1. Home
  2. Καύσιμα
  3. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ανεβάζει το ενεργειακό κόστος διεθνώς
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ανεβάζει το ενεργειακό κόστος διεθνώς

Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ανεβάζει το ενεργειακό κόστος διεθνώς

0

Η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η στρατιωτική σύγκρουση στο Ιράν από τις αρχές Μαρτίου επανέφερε στο προσκήνιο έναν από τους πιο ευαίσθητους κόμβους της παγκόσμιας ενεργειακής εφοδιαστικής αλυσίδας: τα Στενά του Ορμούζ. Η προσωρινή διακοπή της ναυσιπλοΐας στην περιοχή, από την οποία διέρχεται περίπου το 20–25% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σχεδόν το 20% του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), προκάλεσε άμεση αστάθεια στις διεθνείς αγορές ενέργειας και ενίσχυσε τις ανησυχίες για νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.

Οι τιμές του αργού πετρελαίου κατέγραψαν έντονη άνοδο, με το Brent να κινείται σήμερα πάνω από τα 82–83 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ αντίστοιχη μεταβλητότητα εμφανίστηκε και στην αγορά φυσικού αερίου. Στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο TTF, οι τιμές ξεπέρασαν μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα τα 65 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αντανακλώντας την αβεβαιότητα για την παγκόσμια διαθεσιμότητα φορτίων LNG.

Παρότι η Ευρώπη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον Περσικό Κόλπο για την προμήθεια φυσικού αερίου, η διατάραξη μιας τόσο κρίσιμης θαλάσσιας οδού προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στις διεθνείς τιμές, οι οποίες μεταφέρονται σε όλες τις αγορές.

Η επίδραση στην ελληνική αγορά ενέργειας

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει άμεσο ζήτημα επάρκειας καυσίμων ή φυσικού αερίου, ωστόσο είναι εκτεθειμένη στη διεθνή ανατίμηση των ενεργειακών πρώτων υλών. Οι πρώτες επιπτώσεις αποτυπώνονται ήδη στην εγχώρια αγορά καυσίμων.

Η απλή αμόλυβδη βενζίνη αναμένεται να κινηθεί πάνω από τα 1,82 ευρώ ανά λίτρο, με αυξήσεις που εκτιμώνται περίπου στα 7,5 λεπτά. Ακόμη μεγαλύτερη θεωρείται η πίεση στο πετρέλαιο κίνησης, όπου η τιμή ενδέχεται να αυξηθεί έως και κατά 15 λεπτά ανά λίτρο, προσεγγίζοντας τα 1,70 ευρώ. Εκτιμήσεις της αγοράς κάνουν λόγο για άνοδο περίπου 8% στο diesel, γεγονός που επηρεάζει άμεσα το μεταφορικό κόστος και κατ’ επέκταση την εφοδιαστική αλυσίδα.

Η πίεση δεν περιορίζεται στα καύσιμα κίνησης. Το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμο καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή και η άνοδος των διεθνών τιμών δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας τους επόμενους μήνες.

Γιατί ο Απρίλιος θεωρείται κρίσιμος για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας

Στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού υπάρχει χρονική υστέρηση μεταξύ των διεθνών τιμών καυσίμων και της επίδρασής τους στα τιμολόγια. Η αύξηση των τιμών φυσικού αερίου που καταγράφεται τον Μάρτιο αναμένεται να μετακυλιστεί στα τιμολόγια του επόμενου μήνα.

Για τον λόγο αυτό ο Απρίλιος θεωρείται καθοριστικός για την εξέλιξη του ενεργειακού κόστους. Αν η ανοδική πορεία του φυσικού αερίου διατηρηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαρτίου, οι αυξημένες χονδρεμπορικές τιμές θα επηρεάσουν αναπόφευκτα τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.

Προς το παρόν, η αγορά απορροφά μέρος των πιέσεων λόγω τριών παραγόντων: της χαμηλότερης εποχικής ζήτησης, της σημαντικής συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα και των αυξημένων αποθεμάτων στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Ωστόσο, αν η κρίση παραταθεί, αυτά τα στοιχεία σταθερότητας ενδέχεται να μην επαρκούν για να συγκρατήσουν τις τιμές.

Ενεργειακή επάρκεια και διαφοροποίηση προμηθειών

Παρά τη διεθνή αναταραχή, οι αρμόδιες αρχές υπογραμμίζουν ότι η ενεργειακή επάρκεια της Ελλάδας παραμένει διασφαλισμένη. Η χώρα διαθέτει στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που καλύπτουν περισσότερο από 90 ημέρες κατανάλωσης, ενώ η δομή του εφοδιασμού έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Τα ελληνικά διυλιστήρια προμηθεύονται αργό πετρέλαιο κυρίως από αγορές εκτός Περσικού Κόλπου, όπως το Καζακστάν, η Αίγυπτος, η Λιβύη και η Νορβηγία. Παράλληλα, παραμένει διαθέσιμη η δυνατότητα εισαγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο φυσικό αέριο, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι αγωγοί TAP (Trans Adriatic Pipeline) και TurkStream, οι οποίοι συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά. Ταυτόχρονα, το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών LNG προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που περιορίζει την εξάρτηση από φορτία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.

Η τροφοδοσία της αγοράς ενισχύεται επίσης από τις εγκαταστάσεις LNG στη Ρεβυθούσα και το FSRU της Αλεξανδρούπολης, όπου προγραμματισμένα φορτία αμερικανικής προέλευσης αναμένεται να καλύψουν τις ανάγκες των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.

Πληθωριστικός κίνδυνος και έλεγχοι στην αγορά

Παρότι η επάρκεια ενέργειας δεν αποτελεί άμεσο ζήτημα, η παρατεταμένη άνοδος των διεθνών τιμών ενδέχεται να τροφοδοτήσει νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων. Η αύξηση του κόστους καυσίμων επηρεάζει άμεσα τις μεταφορές και το κόστος παραγωγής, μεταδίδοντας την επίδραση σε ευρύτερους τομείς της οικονομίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι αρμόδιες αρχές έχουν εντείνει τους ελέγχους στην αγορά καυσίμων με στόχο την αποτροπή φαινομένων αισχροκέρδειας. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί παρακολουθούν τις τιμές στα πρατήρια και στη διακίνηση προϊόντων πετρελαίου, ώστε οι αυξήσεις να αντανακλούν αποκλειστικά τις διεθνείς εξελίξεις και όχι κερδοσκοπικές πρακτικές.

Παράλληλα, η κυβέρνηση διαμηνύει ότι η εμπειρία προηγούμενων ενεργειακών κρίσεων έχει δημιουργήσει μηχανισμούς ταχείας αντίδρασης, εφόσον η κατάσταση απαιτήσει πρόσθετα μέτρα στήριξης.

Η διάρκεια της κρίσης θα καθορίσει τις επιπτώσεις

Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές ενέργειας και την παγκόσμια οικονομία δεν αφορά τόσο την αρχική αναταραχή όσο τη διάρκειά της. Εάν η διαταραχή στις θαλάσσιες μεταφορές ενέργειας παραμείνει περιορισμένη χρονικά, οι αγορές ενδέχεται να επανέλθουν σε ισορροπία μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Σε αντίθετη περίπτωση, η παρατεταμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο μόνιμες ανατιμήσεις στην ενέργεια και να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.

Για την Ελλάδα, το ενεργειακό σύστημα εμφανίζεται επαρκώς διαφοροποιημένο ώστε να αποφύγει ελλείψεις. Ωστόσο, όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, παραμένει ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών, οι οποίες θα καθορίσουν τελικά το κόστος που θα κληθούν να πληρώσουν επιχειρήσεις και καταναλωτές τους επόμενους μήνες.